δραματικός


δραματικός
[драматикос] επ. драматический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δραματικός" в других словарях:

  • δραματικός — dramatic masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραματικός — ή, ό (AM δραματικός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο δράμα νεοελλ. 1. εντυπωσιακός, με αιφνιδιαστικές αλλαγές και δημιουργία κρίσιμων καταστάσεων («δραματικά γεγονότα», «δραματικές επιπτώσεις» κ.λπ.) 2. αυτός που πάλλεται από συγκίνηση… …   Dictionary of Greek

  • δραματικός — ή, ό επίρρ. ά 1. ο σχετικός με το δράμα: Παρακολουθήσαμε ένα δραματικό έργο. 2. μτφ., οδυνηρός, τραγικός: Η κατάσταση μετά την πυρκαγιά ήταν δραματική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μονόλογος, δραματικός — Αυτόνομο θεατρικό είδος που ερμηνεύεται μόνο από ένα πρόσωπο: μπορεί να είναι τραγικό, δραματικό, αλλά πιο συχνά κωμικό, και συνεπάγεται μια σύνθετη σκηνική δράση. Γεννήθηκε τον 18o αι. στη Γαλλία με το όνομα piece en monologue στα πλαίσια της… …   Dictionary of Greek

  • δραματικά — δραματικός dramatic neut nom/voc/acc pl δραματικά̱ , δραματικός dramatic fem nom/voc/acc dual δραματικά̱ , δραματικός dramatic fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραματικώτερον — δραματικός dramatic adverbial comp δραματικός dramatic masc acc comp sg δραματικός dramatic neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραματικωτέρων — δραματικός dramatic fem gen comp pl δραματικός dramatic masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραματικῶν — δραματικός dramatic fem gen pl δραματικός dramatic masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραματικόν — δραματικός dramatic masc acc sg δραματικός dramatic neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρίνθων — Δραματικός ποιητής, που έζησε τον 4o 3o αι. Σύμφωνα με μια εκδοχή, καταγόταν από τις Συρακούσες, και κατά μία άλλη, από τον Τάραντα και ήταν γιος κεραμέα. Ο Ρ. είχε ειδικευτεί στις παρωδίες, ιδιαίτερα των αρχαίων μύθων, που αποτέλεσαν ένα… …   Dictionary of Greek